Επιλέξτε επεισόδιο για αναπαραγωγή.
ΜΑΚΡΥΚΩΣΤΑΙΟΙ ΚΑΙ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΔΕΣ

ΜΑΚΡΥΚΩΣΤΑΙΟΙ ΚΑΙ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΔΕΣ
Κωμωδία ελληνικής παραγωγής 1960
Ο Στέλιος Κοντογιώργης, ράφτης στην Αθήνα, δέχεται την επίσκεψη ενός θείου του, που τον πληροφορεί ότι δύο νέα θύματα αναζωπύρωσαν την παλιά βεντέτα μεταξύ της οικογένειάς τους και εκείνης των Μακρυκοσταίων και του ζητάει να πάρει εκδίκηση σκοτώνοντας τον Θωμά Μακρυκώστα.
Ο Θωμάς, που φτάνει την ίδια μέρα στην Αθήνα για δική του δουλειά, μαθαίνει τα καθέκαστα από έναν συγχωριανό τους, που του συνιστά να φυλάγεται από τον δήθεν αδίστακτο εχθρό του.
Οι δύο φιλήσυχοι άνδρες, που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν ο ένας από τον άλλον, συναντιούνται τυχαία σε ένα ξενοδοχείο, πιάνουν το ίδιο δωμάτιο και προσπαθούν να αλληλοβοηθηθούν.
Ο πυροβολισμός ενός παιδικού όπλου τους πανικοβάλλει και χάνονται μέσα στη νύχτα για να συναντηθούν την επομένη σε ένα καφενείο κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου μαθαίνουν ποιος είναι ποιος και δίνουν φιλικά τα χέρια...
- Πρόκειται για κινηματογραφική μεταφορά της πολύ μεγάλης θεατρικής επιτυχίας των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, που ανέβηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Κοτοπούλη-Ρέξ από το θίασο Ντίνου Ηλιόπουλου και Απόστολου Αβδή.
- Με αυτήν την ταινία, o διαπρεπής συνθέτης Μίμης Πλέσσας δημιουργεί την πρώτη του μουσική σύνθεση για ταινία της Finos Film.
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλέκος Σακελλάριος
ΠΑΙΖΟΥΝ: Ντίνος Ηλιόπουλος, Κώστας Χατζηχρήστος, Παντελής Ζερβός, Λαυρέντης Διανέλλος, Τζόλυ Γαρμπή, Αλέκα Στρατηγού, Μπέμπη Κούλα
Ατάκες:
ΜΠΑΡΜΠΑΣ (Π. Ζερβός): Δηλαδή θα τον αφήκεις να ζει;
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ: Θα τον αφήκω…
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Τότενες φ΄λάξου!
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ (Ν. Ηλιόπουλος): Γιατί να φυλαχτώ, ρε μπαρμπούλη;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Αν δεν τον ξεκάνεις εσύ, κακομοίρη μ΄, τότενες θα σε ξεκάνει αυτούνος. Έτσι είναι η βεντέτα! Χρααατς τουν ατιμο.
ΘΕΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑ (Τ. Γαρμπή): Βρε ήρθες στην Αθήνα και Δε θα πάρεις εκδίκηση;
ΜΑΚΡΥΚΩΣΤΑΣ (Κ. Χατζηχρήστος): Θεία, εκδίκηση δε θα πάρω. Το μόνο που λογαριάζω να πάρω είναι κανα-δυο πουκάμισα.
ΜΑΚΡΥΚΩΣΤΑΣ: Εμείς πάντως για καλό και για κακό, κλείνουμε τα παράθυρα, ανάβουμε τα φώτα, κλειδώνουμε και την πόρτα.
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ: Χραπ, βάζουμε και το συρτάκι. Πώς, κάτι κρατάει κι αυτό.
ΜΑΚΡΥΚΩΣΤΑΣ: Και.. δεν ξέρω, μήπως... βάλουμε και το τραπεζάκι πίσω απ' την πόρτα, ε;
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ: Πως, πως! Γιατί όχι και την ντουλαπίτσα;
ΜΑΚΡΥΚΩΣΤΑΣ: Και τη ντουλαπίτσα. Και τη ντουλαπίτσα.
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ: Αστειεύεστε κύριε; Όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά. Στα αμπαρώνω, στα κλειδώνω, στα συρταρώνω, σου βάζω το τραπεζάκι και τη ντουλαπίτσα κι άντε να δούμε πώς θα μπεις εσύ μετά.
ΜΑΚΡΥΚΩΣΤΑΣ: Άντε να μπεις εσύ μετά. Άντε μπες εσύ μετά. Για κορόιδο μας περνάς; Ε;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Γιατί μασκαρεύτηκες έτσι βρε ζωντόβολο;
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ: Για να μη με γνωρίσει.
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Ου να χαθείς, ρεζίλι του Κουτσόπυργου και αίσχος των Κοντογεωργαίων, αίσχος της φαμίλιας μας.
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ: Γιατί ρε μπαρμπούλη;
ΜΠΑΡΜΠΑΣ: Γιατί ογδόντα χρονώ βεντέτα, έπεσε στα χέρια σου και την έκανες γαϊτανάκι. Το στρίβεις κιόλας, ξένο μουστάκι;
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ: Ε, μια που το 'χω... άσε με να το στρίψω.
